|
Είναι κάτι νύχτες,
που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. |
|
Που λιώνει το φεγγάρι
και νοτίζει την ψυχή σου. |
|
Είναι κάτι νύχτες,
που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. |
|
Και τα ξερά κλαδιά. |
|
Αυτές τις
νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά
σου. |
|
Κι έρχεται
ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την
πόρτα, |
|
να ρωτήσει αν δέχεσαι
επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, |
|
ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. |
|
Θρονιάζεται
στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά
το
τσιγαράκι της. |
|
«Αυτάααα!
Πού είχαμε
μείνει;» |
|
Σου λέει
μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά
κατάματα. |
|
Είν' αυτές
οι
νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν
χαμηλά. |
|
Που λιώνει
το φεγγάρι. Που όλα
σιγοτραγουδούν. |
|
Είν' αυτές οι νύχτες
τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που |
|
έχουν τα μάτια της
μοναξιάς. |
|
Ίδιο
ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα. |